στο λεξικό PONS
απαλλαγμέν|ος <-η, -ο> [apalaɣˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. απαλλαγμένος (από κάποιο εμπόδιο):
- απαλλαγμένος από
- frei von
- απαλλαγμένος από διοξείδιο του άνθρακα
- kohlendioxidfrei
2. απαλλαγμένος (από υποχρέωση):
- απαλλαγμένος από
- befreit von
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απαλλαγμένος από διοξείδιο του άνθρακα
- kohlendioxidfrei