στο λεξικό PONS
παρουσία [paruˈsia] SUBST θηλ
1. παρουσία (το να είναι κανείς παρών):
- παρουσία
- Anwesenheit θηλ
- αστυνομική παρουσία
- Polizeipräsenz θηλ
2. παρουσία (εμφάνιση):
- παρουσία
- Erscheinung θηλ
- η Δευτέρα Παρουσία
- das Jüngste Gericht ουδ
3. παρουσία TV:
- παρουσία
- Moderation θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αστυνομική παρουσία
- Polizeipräsenz θηλ
- η Δευτέρα Παρουσία
- das Jüngste Gericht ουδ
- η παρουσία του ήταν κάθε άλλο παρά επιθυμητή
- seine Anwesenheit war alles andere als erwünscht