στο λεξικό PONS
αθώωσ|η <-εις> [aˈθɔɔsi] SUBST θηλ
- αθώωση
- Freispruch αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- αθυμία
- άθυρμα
- αθυροστομία
- αθυρόστομος
- αθώος
- αθώωση
- αθωωτικός
- άι
- Άι-
- Αϊ-
- αι.