στο λεξικό PONS
I. βυθί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [viˈθizɔ] VERB μεταβ
1. βυθίζω (ρίχνω στο βυθό):
- βυθίζω
- versenken
2. βυθίζω (βουτώ σε υγρό):
- βυθίζω σε
- tauchen in +αιτ
II. βυθίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- βυθίζομαι
- versinken
- βυθισμένος σε σκέψεις
- in Gedanken versunken
- βυθίζομαι σε βαθύ πένθος
- in tiefer Trauer versinken
- βυθίζομαι στην απελπισία
- in Verzweiflung geraten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.