στο λεξικό PONS
I. προμηθ|εύω <-εψα, -εύτηκα> [prɔmiˈθɛvɔ] VERB μεταβ
- προμηθεύω κάτι σε κάποιον/προμηθεύω κάποιον με κάτι
- jdn mit etw versorgen
II. προμηθεύομαι VERB αποθ ρήμα μεταβ
- προμηθεύομαι κάτι
- sich etw beschaffen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προμηθεύω κάτι σε κάποιον/προμηθεύω κάποιον με κάτι
- jdn mit etw versorgen