στο λεξικό PONS
παραμύθι [paraˈmiθi] SUBST ουδ
- παραμύθι
- Märchen ουδ
- … του παραμυθιού
- Märchen-
- πριγκίπισσα θηλ του παραμυθιού
- Märchenprinzessin θηλ
- σκάω το παραμύθι σε κάποιον
- jdm die ganze Geschichte erzählen
- πιστεύω ακόμα στα παραμύθια μτφ
- noch an den Weihnachtsmann glauben
- τέλειωσαν τα παραμύθια!
- jetzt ist Schluss mit den Illusionen!
- παραμύθια! (ανοησίες)
- Quatsch (mit Soße)!, Blödsinn!
παραμύθι SUBST
- Παραμύθια της Xαλιμάς ουδ πλ
- Märchen aus Tausendundeiner Nacht ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τους διάβασε ένα παραμύθι
- er las ihnen ein Märchen vor
- σκάω το παραμύθι σε κάποιον
- jdm die ganze Geschichte erzählen