στο λεξικό PONS
I. επιβεβαιώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɛpivɛvɛˈɔnɔ] VERB μεταβ
- επιβεβαιώνω
- bestätigen
II. επιβεβαιώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- επιβεβαιώνομαι
- sich bestätigen
- επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες μας
- unser Verdacht hat sich bestätigt
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.