στο λεξικό PONS
παλαιός
παλαιός s. παλιός
παλι|ός <-ά, -ό> [paˈʎɔs] ΕΠΊΘ
- παλιός
- alt
- ένας παλιός μου φίλος
- ein alter Freund von mir
- ο παλιός καλός καιρός
- die gute alte Zeit
- πάνε οι παλιές καλές μέρες
- die guten alten Tage sind vorbei
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.