στο λεξικό PONS
κώδικας [ˈkɔðikas] SUBST αρσ
1. κώδικας (σύνολο σημάτων):
- κώδικας
- Kode αρσ
- κώδικας
- Code αρσ
- γενετικός κώδικας
- genetischer Kode/Code αρσ
- γραμμωτός κώδικας
- Strichcode αρσ
- γραμμωτός κώδικας
- Barcode αρσ
- κώδικας μηχανής Η/Υ
- Maschinenkode αρσ
- ταχυδρομικός κώδικας
- Postleitzahl θηλ
2. κώδικας (αρχαιότητας, σύστημα κανόνων ορισμένου θέματος):
- κώδικας
- Kodex αρσ
- κώδικας δεοντολογίας
- Pflichtkodex αρσ
- κώδικας διαγωγής
- Verhaltenskodex αρσ
- ηθικός κώδικας
- Moralkodex αρσ
- (επαγγελματικός) κώδικας ηθικής
- (beruflicher) Ehrenkodex αρσ
3. κώδικας (συλλογή νόμων):
- κώδικας
- Gesetzbuch ουδ
- Αστικός Κώδικας
- Bürgerliches Gesetzbuch ουδ
- Εμπορικός Κώδικας
- Handelsgesetzbuch ουδ
- Ποινικός Κώδικας
- Strafgesetzbuch ουδ
- Κώδικας Ναυσιπλοΐας
- Schifffahrtsgesetzgebung θηλ
- Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας
- Straßenverkehrsordnung θηλ
- Φορολογικός Κώδικας
- Steuergesetzbuch ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κώδικας αρσ εντολών
- Befehlskode αρσ
- κώδικας αρσ διαγωγής
- Verhaltenskodex αρσ
- κώδικας αρσ χρωμάτων
- Farbkode αρσ
- κώδικας μηχανής Η/Υ
- Maschinenkode αρσ
- κτηματολογικός κώδικας
- Grundbuchordnung θηλ