στο λεξικό PONS
αίσθησ|η <-εις> [ˈɛsθisi] SUBST θηλ
1. αίσθηση (όσφρηση):
- αίσθηση
- Sinn αρσ
- η έκτη αίσθηση
- der sechste Sinn
- έχω τις αισθήσεις μου
- seine fünf Sinne beisammenhaben
- χάνω τις αισθήσεις μου
- die Besinnung verlieren
- έρχομαι στις αίσθηση μου
- zur Besinnung kommen
- αίσθηση του χρώματος
- Farbensinn αρσ
2. αίσθηση (αίσθημα):
- αίσθηση
- Gefühl ουδ
- δεν έχω αίσθηση του ωραίου
- keinen Sinn für das Schöne haben
- δεν έχω αίσθηση του χρόνου
- kein Zeitgefühl haben
3. αίσθηση (επίγνωση, αντίληψη):
- δεν είχε αίσθηση του κινδύνου
- er war sich der Gefahr γεν nicht bewusst
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αίσθηση θηλ μουδιάσματος
- Taubheitsgefühl ουδ
- χρωματική αίσθηση
- Farbempfindung θηλ
- γευστική αίσθηση
- Geschmackssinn αρσ
- έρχομαι στις αίσθηση μου
- zur Besinnung kommen
- η έκτη αίσθηση
- der sechste Sinn