στο λεξικό PONS
σκύ|βω <-ψα, -μμένος> [ˈscivɔ] VERB αμετάβ
1. σκύβω:
- σκύβω
- sich bücken
- σκύψε
- bück dich
- σκυμμένος πάνω από τα βιβλία του
- über seine Bücher gebeugt
2. σκύβω μτφ (υποτάσσομαι):
- σκύβω
- sich ducken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.