στο λεξικό PONS
ικανοποίησ|η <-εις> [ikanɔˈpiisi] SUBST θηλ
1. ικανοποίηση (κάποιου ανθρώπου):
- ικανοποίηση
- Zufriedenstellung θηλ
- ικανοποίηση
- Befriedigung θηλ
2. ικανοποίηση (απαιτήσεων, ορμών):
- ικανοποίηση
- Befriedigung θηλ
3. ικανοποίηση (επιθυμιών):
- ικανοποίηση
- Erfüllung θηλ
4. ικανοποίηση (αίσθημα ευχαρίστησης):
- ικανοποίηση
- innere Befriedigung θηλ
- ικανοποίηση
- Genugtuung θηλ
- νιώθω ικανοποίηση
- Befriedigung empfinden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νιώθω ικανοποίηση
- Befriedigung empfinden