στο λεξικό PONS
I. εξαντλ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛksanˈdlɔ] VERB μεταβ
1. εξαντλώ (δυνάμεις, άνθρωπο):
- εξαντλώ
- erschöpfen
2. εξαντλώ (προμήθειες):
- εξαντλώ
- aufbrauchen, erschöpfen
II. εξαντλούμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. εξαντλούμαι (έκδοση βιβλίου):
- εξαντλήθηκε
- es ist vergriffen
2. εξαντλούμαι (δυνάμεις):
- οι δυνάμεις του εξαντλήθηκαν
- seine Kraft ist erschöpft
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.