στο λεξικό PONS
παιχνίδι [pɛxˈniði] SUBST ουδ
1. παιχνίδι (αντικείμενο για παιδιά):
- παιχνίδι
- Spielzeug ουδ
- τα παιχνίδια
- die Spielsachen θηλ πλ
2. παιχνίδι μτφ:
- παιχνίδι (σκάκι κτλ) (ορισμένη συμπεριφορά)
- Spiel ουδ
- σου σκάρωσαν άσχημο παιχνίδι
- sie treiben ein böses Spiel mit dir
- ήταν παιχνίδι (ήταν εύκολο)
- es war ein Kinderspiel/es war kinderleicht
- επιτραπέζιο παιχνίδι
- Gesellschaftsspiel ουδ
- τυχερό παιχνίδι
- Glücksspiel ουδ
- είναι παιχνίδι/παιχνιδάκι (είναι εύκολο)
- das ist kinderleicht/ein Kinderspiel
- παίζω διπλό παιχνίδι
- ein doppeltes Spiel spielen
- αρχή θηλ του παιχνιδιού
- Spielbeginn αρσ
- τέλος ουδ του παιχνιδιού
- Spielende ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παιχνίδι ουδ οδοντοφυΐας
- Beißring αρσ
- τυχερό παιχνίδι
- Glücksspiel ουδ
- επιτραπέζιο παιχνίδι
- Gesellschaftsspiel ουδ
- ήταν παιχνίδι (ήταν εύκολο)
- es war ein Kinderspiel/es war kinderleicht
- ηλεκτρονικό παιχνίδι Η/Υ
- Computerspiel ουδ