στο λεξικό PONS
I. αντίπαλ|ος <-η, -ο> [anˈdipalɔs] ΕΠΊΘ
- αντίπαλος
- gegnerisch
II. αντίπαλ|ος <-η, -ο> [anˈdipalɔs] SUBST αρσ/θηλ
- αντίπαλος
- Gegner(in) αρσ (θηλ)
- έχω ισχυρό αντίπαλο
- einen starken Gegner haben
- αντιμετωπίζω έναν αντίπαλο
- sich αιτ einem Gegner stellen
- εκμηδενίζω έναν αντίπαλο
- einen Gegner ausschalten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.