στο λεξικό PONS
μέσα [ˈmɛsa] vor στο(ν), στη(ν), στο, στους, στις, στα auch:, μες [mɛs] ΕΠΊΡΡ
- μέσα σ' ένα συρτάρι
- in einer Schublade
- μες στο συρτάρι
- in der Schublade
- έλα μέσα
- komm herein
- πήγαινε μέσα
- geh hinein
- είναι μέσα στο δωμάτιο
- er ist im Zimmer
- είναι μέσα
- er ist drinnen
- ήρθε από μέσα
- er ist von drinnen gekommen
- από μέσα βγήκε ένα υγρό
- von innen trat eine Flüssigkeit hervor
- το ποντίκι βγήκε μέσα από μια τρύπα
- die Maus ist aus einem Loch gekrochen
- το ποντίκι πέρασε μέσα από μια τρύπα
- die Maus ist durch ein Loch gekrochen
- μέσα σε μια ώρα
- innerhalb einer Stunde
- μέσα δε δέκα λεπτά/τρεις ώρες
- innerhalb von zehn Minuten/drei Stunden
- από μέσα είναι πράσινο
- innen/auf der Innenseite ist es grün
- από μέσα φαίνεται πιο ωραίο απ' ό,τι απ' έξω
- innen sieht es schöner aus als außen
- γυρίζω ένα παντελόνι μέσα έξω
- eine Hose wenden
- τον έβαλαν μέσα οικ (στη φυλακή)
- man hat ihn ins Kittchen/in den Knast gesteckt
- είναι μέσα οικ (στη φυλακή)
- er sitzt im Knast
- είμαι μέσα στα πράγματα
- sich auskennen
- κι αυτός μέσα είναι (κι αυτός θα λάβει μέρος, κι αυτός ανίκει στην ομάδα)
- der ist auch dabei
- δεν έχει τίποτα το καλλιτεχνικό μέσα του
- in ihm steckt nichts Künstlerisches
- κρατώ κάτι μέσα μου
- etw für sich behalten
- από μέσα της σκέφτηκε πως …
- im Innern dachte sie, dass …
- από πάντα το είχε μέσα του (ώστε έγινε τραγουδιστής)
- das steckte schon immer in ihm
- η ανάμνησή του ζει μέσα μας
- die Erinnerung an ihn lebt in uns (weiter)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μέσα ουδ πλ διδασκαλίας (βιβλία, ταινίες κτλ)
- Lehrmittel ουδ πλ
- μέσα ουδ πλ παραγωγής
- Produktionsmittel ουδ πλ
- μέσα ουδ πλ χρηματοδότησης
- Finanzierungsmittel ουδ πλ
- χρηματικά μέσα
- Mittel ουδ πλ
- αθέμιτα μέσα
- unlautere Mittel ουδ πλ