στο λεξικό PONS
I. απομονώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [apɔmɔˈnɔnɔ] VERB μεταβ ΗΛΕΚ
- απομονώνω
- isolieren
II. απομονώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- απομονώνομαι
- sich zurückziehen
απομονώνω VERB
- απομονώνω (χωρίζω)
- abtrennen
- απομονώνω (ουσίες) ΧΗΜ
- separieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.