στο λεξικό PONS
ζητ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ziˈtɔ] VERB μεταβ
1. ζητώ (ψάχνω):
- ζητώ
- suchen
- ποιον ζητάς;
- wen suchst du?
- τι ζητάς εδώ; (δεν είναι ο τόπος σου εδώ)
- was hast du hier zu suchen?
- ζητάς φασαρία;
- suchst du Ärger?
- ζητείται … (σε αγγελία)
- … gesucht
- ζητείτε και ευρήσετε ΘΡΗΣΚ
- wer suchet, der findet
2. ζητώ (απαιτώ):
- ζητώ
- verlangen
- πολλά μου ζητάς
- du verlangst zu viel von mir
- ζητάς πολλά
- du verlangst zu viel
- ζητούσε αποζημίωση
- er verlangte Schadenersatz
- ζήτησε να …
- er verlangte, dass …
- σας ζητάνε στο τηλέφωνο
- Sie werden am Telefon verlangt
3. ζητώ (θέλω, περιμένω):
- ζητώ μια απάντηση
- ich erwarte eine Antwort
- τι ζητάς από μένα; (τι θέλεις)
- was willst du von mir?
4. ζητώ (παρακαλώ):
- ζητώ
- bitten um
- μου ζήτησε 10 ευρώ
- er bat mich um 10 Euro
- ζητώ τη συμβουλή/βοήθεια κάποιου
- jdn um Rat/Hilfe bitten
- ζητώ βοήθεια
- um Hilfe rufen
- σας ζητώ συγγνώμη
- ich bitte Sie um Entschuldigung
- του ζήτησε συγγνώμη
- er/sie bat ihn um Entschuldigung
5. ζητώ (ρωτώ):
- ζήτησε τη διεύθυνσή μου/το όνομά μου/ψωμί
- er fragte nach meiner Adresse/nach meinem Namen/nach Brot
- ζήτησε να μάθει την τιμή
- er fragte nach dem Preis
I. ζήτω [ˈzitɔ] ΕΠΙΦΏΝ
- ζήτω ο βασιλιάς!
- es lebe der König!
- αυτός δεν κάνει ούτε για ζήτω
- er ist eine totale Niete
- ζήτω που καήκαμε!
- na dann, gute Nacht!
II. ζήτω [ˈzitɔ] SUBST ουδ
- ζήτω
- Hochruf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζητώ εξηγήσεις
- eine Erklärung verlangen
- ζητώ αυτονομία
- Autonomie fordern
- ζητώ εκδίκηση
- Rache fordern
- ζητώ καταφύγιο
- Zuflucht suchen
- ζητώ βοήθεια
- um Hilfe rufen