στο λεξικό PONS
σαββατοκύριακο [savatɔˈciri̯akɔ] SUBST ουδ
- σαββατοκύριακο
- Wochenende ουδ
- πότε; - το σαββατοκύριακο
- wann? - am Wochenende
- καλό σαββατοκύριακο!
- schönes Wochenende!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλό σαββατοκύριακο!
- schönes Wochenende!
- εισιτήριο για το σαββατοκύριακο
- Wochenend-Ticket ουδ
- πότε; - το σαββατοκύριακο
- wann? - am Wochenende
- εργασία το σαββατοκύριακο
- Wochenendarbeit θηλ
- τι πρόγραμμα έχεις για το σαββατοκύριακο;
- was hast du für das Wochenende vor?
Αναζήτηση στο λεξικό
- σ
- Σ.Π.Α.Π.
- σα
- Σάαρλαντ
- σαβάνα
- σαββατοκύριακο
- σαβούρα
- σαβουρογάμης
- σαγανάκι
- σαγηνευτικός
- σαγηνεύω