στο λεξικό PONS
δισταγμός [ðistaɣˈmɔs] SUBST αρσ
- δισταγμός
- Bedenken ουδ
- δισταγμός
- Zögern ουδ
- χωρίς δισταγμό
- ohne Zögern/Bedenken
- όσο γι' αυτό, έχω τους δισταγμούς μου
- ich habe da meine Bedenken
- χωρίς τον παραμικρό δισταγμό
- ohne irgendwelche Bedenken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.