στο λεξικό PONS
όρθι|ος <-α, -ο> [ˈɔrθiɔs] ΕΠΊΘ
1. όρθιος (στητός, όχι ξαπλωτός):
- όρθιος
- aufrecht
2. όρθιος (που στέκεται):
- όρθιος
- stehend
- σηκώνομαι όρθιος
- aufstehen
- στεκόταν όρθιος
- er stand
- κοιμάμαι όρθιος
- mit offenen Augen schlafen.
3. όρθιος (όχι σκυφτός):
- όρθιος
- gerade
- στάσου όρθιος
- stell dich gerade hin
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοιμάμαι όρθιος μτφ
- mit offenen Augen schlafen
- μένω όρθιος
- stehen bleiben
- στεκόταν όρθιος
- er stand
- στάσου όρθιος
- stell dich gerade hin
- σηκώνομαι όρθιος
- aufstehen