στο λεξικό PONS
διάστασ|η <-εις> [ðiˈastasi] SUBST θηλ
1. διάσταση (μία από τις τρεις):
- διάσταση
- Dimension θηλ
- φωτογραφία θηλ τριών διαστάσεων
- dreidimensionales Foto ουδ
- η τρίτη/τέταρτη διάσταση
- die dritte/vierte Dimension θηλ
2. διάσταση (μέγεθος αντικειμένου, δωματίου):
- οι διαστάσεις θηλ πλ ενός τραπεζιού
- die Abmessungen θηλ πλ eines Tisches
- παίρνω τις διαστάσεις ενός δωματίου
- ein Zimmer ausmessen
- διαγώνια διάσταση Η/Υ
- Bildschirmdiagonale θηλ
- ένα … διάστασης 13x18
- ein … im Format 13x18
- μεγάλης διάστασης (έντυπο, διαφήμιση)
- großformatig, im Großformat
3. διάσταση μτφ (έκταση):
- διάσταση
- Ausmaß ουδ
- παίρνω διαστάσεις
- große Ausmaße annehmen
4. διάσταση (χωρισμός):
- διάσταση
- Trennung θηλ
- βρίσκονται σε διάσταση
- sie leben getrennt
5. διάσταση (διαφορά):
- διάσταση
- Verschiedenheit θηλ
- διάσταση γνωμών/απόψεων
- Meinungsverschiedenheit θηλ
- υπάρχει διάσταση γνωμών/απόψεων
- es gibt einige Meinungsverschiedenheiten
6. διάσταση (απόκλιση):
- διάσταση
- Abweichung θηλ
- διάσταση απόψεων
- voneinander abweichende Ansichten θηλ πλ
7. διάσταση ΑΘΛ:
- διάσταση
- Grätschstellung θηλ
- με τα πόδια σε διάσταση
- in Grätschstellung
8. διάσταση ΧΗΜ:
- διάσταση
- Dissoziation θηλ
- ηλεκτρολυτική διάσταση
- elektrolytische Dissoziation θηλ
- βαθμός αρσ διάστασης
- Dissoziationsgrad αρσ
- σημείο ουδ διάστασης
- Dissoziationspunkt αρσ
- σταθερά θηλ διάστασης
- Dissoziationskonstante θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαγώνια διάσταση Η/Υ
- Bildschirmdiagonale θηλ
- διάσταση απόψεων
- voneinander abweichende Ansichten θηλ πλ
- ηλεκτρολυτική διάσταση
- elektrolytische Dissoziation θηλ
- η τρίτη/τέταρτη διάσταση
- die dritte/vierte Dimension θηλ
- βρίσκονται σε διάσταση
- sie leben getrennt