στο λεξικό PONS
ζευγάρι [zɛˈvɣari] SUBST ουδ
1. ζευγάρι (άνθρωποι, αντικείμενα):
- ζευγάρι
- Paar ουδ
- γίνομαι ζευγάρι
- ein Paar werden
- ένα ζευγάρι παπούτσια
- ein Paar ουδ Schuhe
2. ζευγάρι (στο πόκερ):
- ζευγάρι
- Pärchen ουδ
- δύο ζευγάρια
- zwei Pärchen ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι ζευγάρι
- ein Paar werden
- ένα ζευγάρι ουδ αλλοδαπών
- ein ausländisches Paar ουδ
- ένα ζευγάρι παπούτσια
- ein Paar ουδ Schuhe