στο λεξικό PONS
καλλιεργ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kaliɛrˈɣɔ] VERB μεταβ
1. καλλιεργώ (γη):
- καλλιεργώ
- bebauen
2. καλλιεργώ (φυτά):
- καλλιεργώ
- anbauen, kultivieren
3. καλλιεργώ (μαργαριτάρια):
- καλλιεργώ
- züchten
4. καλλιεργώ (γλώσσα, επιστήμη, γράμματα):
- καλλιεργώ
- pflegen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.