στο λεξικό PONS
υπερφορτώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ipɛrfɔrˈtɔnɔ] VERB μεταβ
1. υπερφορτώνω (όχημα, βάρκα):
- υπερφορτώνω
- überladen, überlasten
2. υπερφορτώνω μτφ:
- υπερφορτώνω
- überlasten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.