στο λεξικό PONS
μικρ|ός <-ή, -ό> [miˈkrɔs] ΕΠΊΘ
1. μικρός (για μέγεθος):
- μικρός
- klein
2. μικρός (νέος):
- μικρός
- jung
- δεν επιτρέπεται, μικρός είναι
- es/das ist nicht erlaubt, er ist zu jung (dazu)
3. μικρός (για διάρκεια):
- μικρός
- kurz
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μικρός επενδυτής
- Kleinanleger αρσ
- από μικρός
- von klein auf
- δεν επιτρέπεται, μικρός είναι
- es/das ist nicht erlaubt, er ist zu jung (dazu)
- Μικρός/Μεγάλος Κύων ΑΣΤΡΟΝ
- Kleiner/Großer Hund αρσ
- τόσο μεγάλος/μικρός
- so groß/klein