στο λεξικό PONS
αξιοπρέπεια [aksiɔˈprɛpia] SUBST θηλ
- αξιοπρέπεια
- Würde θηλ
- αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ανθρώπινη αξιοπρέπεια
- Menschenwürde θηλ
- αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ανθρώπινη αξιοπρέπεια
- Würde θηλ des Menschen
- χωρίς αξιοπρέπεια
- würdelos
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ανθρώπινη αξιοπρέπεια
- Menschenwürde θηλ
- χωρίς αξιοπρέπεια
- würdelos