στο λεξικό PONS
αναιρ|ώ <-είς, -εσα, -έθηκα, -εμένος> [anɛˈrɔ] VERB μεταβ
1. αναιρώ (ισχυρισμό):
- αναιρώ
- widerlegen
2. αναιρώ (το λόγο μου):
- αναιρώ
- widerrufen
3. αναιρώ ΝΟΜ (απόφαση):
- αναιρώ
- aufheben
4. αναιρώ ΝΟΜ (σκοτώνω απρομελέτητα):
- αναιρώ
- einen Totschlag begehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναιρώ τα επιχειρήματα κάποιου
- jds Argumente entkräften