στο λεξικό PONS
γυμναστική [jimnastiˈci] SUBST θηλ
- γυμναστική
- Turnen ουδ
- γυμναστική
- Gymnastik θηλ
- αναπνευστική γυμναστική
- Atemgymnastik θηλ
- ενόργανη γυμναστική
- Geräteturnen ουδ
- καλλιτεχνική γυμναστική (στο δίζυγο κτλ)
- Geräteturnen ουδ
- πρωινή γυμναστική
- Morgengymnastik θηλ
- ρυθμική γυμναστική
- rhythmische Sportgymnastik θηλ
- γυμναστική σπονδυλικής στήλης
- Wirbelsäulengymnastik θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ενόργανη γυμναστική
- Geräteturnen ουδ
- αναπνευστική γυμναστική
- Atemgymnastik θηλ
- γυμναστική άσκηση
- Gymnastikübung θηλ
- καλλιτεχνική γυμναστική (στο δίζυγο κτλ)
- Geräteturnen ουδ
- πρωινή γυμναστική
- Morgengymnastik θηλ