στο λεξικό PONS
κήρυγμα [ˈciriɣma] SUBST ουδ ΘΡΗΣΚ
- κήρυγμα και μτφ
- Predigt θηλ
- κάνω κήρυγμα σε κάποιον μτφ
- jdm eine Moralpredigt halten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνω κήρυγμα σε κάποιον μτφ
- jdm eine Moralpredigt halten