στο λεξικό PONS
ταχύτητα [taˈçitita] SUBST θηλ
1. ταχύτητα ΦΥΣ:
- ταχύτητα
- Geschwindigkeit θηλ
- ελαττώνω την ταχύτητα (σε όχημα)
- die Geschwindigkeit senken
- ταχύτητα ανάφλεξης ΜΗΧΑΝΙΚΉ
- Zündgeschwindigkeit θηλ
- αρχική ταχύτητα
- Anfangsgeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα διάδοσης
- Ausbreitungsgeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα του φωτός
- Lichtgeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα του ήχου
- Schallgeschwindigkeit θηλ
- σχετική ταχύτητα
- Relativgeschwindigkeit θηλ
- σχετική ταχύτητα
- relative Geschwindigkeit θηλ
- υπερηχητική ταχύτητα
- Überschallgeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα μεταφοράς Η/Υ
- Übertragungsgeschwindigkeit θηλ
2. ταχύτητα (γρηγοράδα):
- ταχύτητα
- Schnelligkeit θηλ
3. ταχύτητα ΜΗΧΑΝΙΚΉ (αυτοκινήτου, ποδηλάτου):
- ταχύτητα
- Gang αρσ
- αλλάζω ταχύτητα
- einen anderen Gang einlegen
- αλλάζω ταχύτητα (βάζω μικρότερη)
- herunterschalten
- αλλάζω ταχύτητα (βάζω μεγάλη)
- hochschalten
- αλλαγή θηλ ταχύτητας/ταχυτήτων
- Gangwechsel αρσ
- σχέση θηλ μετάδοσης ταχυτήτων
- Übersetzungsverhältnis ουδ
- μοχλός αρσ ταχυτήτων (αυτοκινήτου, ποδηλάτου)
- Schalthebel αρσ
ταχύτητα SUBST
- ταχύτητες θηλ πλ ΑΥΤΟΚ
- Gangschaltung θηλ
- ταχύτητες θηλ πλ ΑΥΤΟΚ
- Schaltung θηλ
ταχύτητα SUBST
- γωνιακή ταχύτητα θηλ ΦΥΣ
- Winkelgeschwindigkeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ταχύτητα θηλ σύγκλισης
- Konvergenzgeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα θηλ φλόγας
- Flammengeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα θηλ φωτοφράκτη
- Verschlusszeit θηλ
- ταχύτητα θηλ διάβρωσης
- Korrosionsgeschwindigkeit θηλ
- ταχύτητα θηλ διάχυσης
- Diffusionsgeschwindigkeit θηλ