στο λεξικό PONS
κεράσι [cɛˈrasi] SUBST ουδ
- κεράσι
- Süßkirsche θηλ
- όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι παροιμ
- man soll sich besser nicht zu früh freuen
κεράσι SUBST
- κεράσι του καφέ ουδ
- Kaffeekirsche θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.