στο λεξικό PONS
I. μακρ|αίνω <-υνα, -ύνθηκα, -υσμένος> [maˈkrɛnɔ] VERB μεταβ (επιμηκύνω, παρατείνω)
- μακραίνω
- verlängern
II. μακρ|αίνω <-υνα, -ύνθηκα, -υσμένος> [maˈkrɛnɔ] VERB αμετάβ
1. μακραίνω (παίρνω μάκρος):
- μακραίνω
- länger werden
2. μακραίνω (παρατείνομαι):
- μακραίνω
- sich verlängern
3. μακραίνω (απομακρύνομαι):
- μακραίνω
- sich entfernen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.