στο λεξικό PONS
παντελόνι [pandɛˈlɔni] SUBST ουδ
- παντελόνι
- Hose θηλ
- ανδρικό/γυναικείο παντελόνι
- Herrenhose/Damenhose θηλ
- κοντό παντελόνι
- kurze Hose θηλ
- κοντό παντελόνι
- Shorts πλ
- παντελόνι καμπάνα
- Schlaghose θηλ
- παντελόνι του σκι
- Skihose θηλ
- παντελόνι για τρέξιμο
- Jogginghose θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παντελόνι ουδ καμπάνα
- Schlaghose θηλ
- κοντό παντελόνι
- kurze Hose θηλ
- παντελόνι καμπάνα
- Schlaghose θηλ
- γυναικείο παντελόνι
- Damenhose θηλ
- το παντελόνι σου πάλιωσε
- deine Hose ist ganz abgetragen