στο λεξικό PONS
γόνατο [ˈɣɔnatɔ] SUBST ουδ
- γόνατο
- Knie ουδ
- πέφτω στα γόνατα
- auf die Knie fallen
- του λύθηκαν τα γόνατα
- die Knie wurden ihm weich, er wurde weich in den Knien
- χτήπησε το γόνατό του (άνοιξε πληγή)
- er hat sich sein Knie aufgeschlagen
- ως το γόνατο
- bis zum Knie
- μεγαλώνω κάποιον στα γόνατά μου
- jdn von klein auf großziehen
- πήγε το γλέντι γόνατο
- einen Mordsspaß haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χτήπησε το γόνατό του (άνοιξε πληγή)
- er hat sich sein Knie aufgeschlagen
- πήγε το γλέντι γόνατο
- einen Mordsspaß haben
- ως το γόνατο
- bis zum Knie
- χτύπησα το γόνατό μου στην πόρτα
- ich habe mir an der Tür das Knie verletzt