στο λεξικό PONS
αγώνας [aˈɣɔnas] SUBST αρσ
1. αγώνας (γενικά):
- αγώνας για κάτι
- Kampf αρσ um etw
- αγώνας για την επιβίωση
- Kampf αρσ ums Überleben
- αγώνας για την επιβίωση
- Überlebenskampf αρσ
- αγώνας της ύπαρξης/ζωής
- Kampf αρσ ums Dasein
- αγώνας μέχρι θανάτου
- Kampf αρσ auf Leben und Tod
- αγώνας των τάξεων, ταξικός αγώνας
- Klassenkampf αρσ
- εκλογικός αγώνας
- Wahlkampf αρσ
- αγώνας των τιμών (της αγοράς)
- Preiskampf αρσ
2. αγώνας (μάχη):
- αγώνας
- Schlacht θηλ
3. αγώνας (αθλητικός: γενικά):
- αγώνας
- Wettkampf αρσ
- αυτοκινητιστικός αγώνας, αγώνας αυτοκινήτων
- Autorennen ουδ
- αγώνας δρόμου
- Wettlauf αρσ
- αγώνας μοτοσυκλέτας
- Motorradrennen ουδ
- αγώνας πάλης
- Ringkampf αρσ
- ποδηλατικός αγώνας
- Radrennen ουδ
- δικαστικός αγώνας
- Rechtsstreit αρσ
- οι Ολυμπιακοί Αγώνες
- die Olympischen Spiele ουδ πλ
4. αγώνας ΑΘΛ (ματς):
- αγώνας
- Spiel ουδ
- απλός/διπλός αγώνας (στο μπάντμιντον)
- Einzelspiel/Doppelspiel ουδ
- ποδοσφαιρικός αγώνας
- Fußballspiel ουδ
- προημιτελικός αγώνας
- Viertelfinalspiel ουδ
- προημιτελικός αγώνας
- Viertelfinale ουδ
- ημιτελικός αγώνας
- Halbfinalspiel ουδ
- ημιτελικός αγώνας
- Halbfinale ουδ
- τελικός αγώνας
- Finalspiel ουδ
- τελικός αγώνας
- Finale ουδ
5. αγώνας (φασαρία, αναστάτωση):
- αγώνας
- Tumult αρσ
- γινόταν τέτοιος αγώνας που …
- es herrschte so ein Tumult, dass …
ιδιωτισμοί:
- ο Αγώνας (του 1821)
- der griechische Befreiungskampf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αυτοκινητιστικός αγώνας, αγώνας αυτοκινήτων
- Autorennen ουδ
- αγώνας των τάξεων, ταξικός αγώνας
- Klassenkampf αρσ
- αγώνας αρσ μπαράζ ΑΘΛ
- Entscheidungsspiel ουδ
- κωπηλατικός αγώνας
- Wettrudern ουδ
- τελικός (αγώνας)
- Finalspiel ουδ