στο λεξικό PONS
περιφέρεια [pɛriˈfɛria] SUBST θηλ
1. περιφέρεια (κύκλου):
- περιφέρεια
- Umfang αρσ
2. περιφέρεια (περιοχή):
- περιφέρεια
- Bezirk αρσ
- διοικητική περιφέρεια
- Verwaltungsbezirk αρσ
- περιφέρεια των Άλπεων
- Alpenraum αρσ
- οικονομική περιφέρεια ΟΙΚΟΝ
- Wirtschaftsraum αρσ
3. περιφέρεια (απόκεντρες περιοχές):
- περιφέρεια
- Peripherie θηλ
περιφέρεια SUBST
- Περιφέρεια της Κολούμπια θηλ
- District of Columbia αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκλογική περιφέρεια
- Wahlkreis αρσ
- διοικητική περιφέρεια
- Verwaltungsbezirk αρσ
- ευρωπαϊκή περιφέρεια
- europäische Region θηλ
- οικονομική περιφέρεια ΟΙΚΟΝ
- Wirtschaftsraum αρσ
- περιφέρεια θηλ των Άλπεων
- Alpenraum αρσ