στο λεξικό PONS
συ|νιστώ <-νιστάς, -στησα [ή -νέστησα], -στήθηκα, -στημένος> [sinisˈtɔ], συ|σταίνω [sisˈtɛnɔ], συ|στήνω [sisˈtinɔ] <-στησα [ή -νέστησα], -στήθηκα, -στημένος> VERB μεταβ
1. συνιστώ (σχηματίζω):
- συνιστώ
- bilden
2. συνιστώ (συμβουλεύω):
- συνιστώ
- empfehlen
3. συνιστώ (παρουσιάζω):
- συνιστώ κάποιον σε κάποιον
- jdn jdm vorstellen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνιστώ κάποιον σε κάποιον
- jdn jdm vorstellen