στο λεξικό PONS
δικαιώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ðicɛˈɔnɔ] VERB μεταβ
1. δικαιώνω (αποδείχνω ως σωστό):
- δικαιώνω
- rechtfertigen
- τα σημερινά γεγονότα δικαίωσαν την απόφασή μου
- die heutigen Ereignisse haben meine Entscheidung gerechtfertigt
2. δικαιώνω (δίνω δίκιο):
- δικαιώνω κάποιον
- jdm Recht geben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δικαιώνω κάποιον
- jdm Recht geben
- δικαιώνω την εμπιστοσύνη
- das Vertrauen rechtfertigen