στο λεξικό PONS
θρυμματί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [θrimaˈtizɔ] VERB μεταβ
1. θρυμματίζω (βάζο):
- θρυμματίζω
- zertrümmern
2. θρυμματίζω (ψωμί):
- θρυμματίζω
- zerkrümeln
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- θρόισμα
- θρόμβος
- θρόμβωση
- θρονιάζω
- θρόνος
- θρυμματίζω
- θρυπτικότητα
- θρύψαλο
- θυγατέρα
- θυγατρικός
- θύελλα