στο λεξικό PONS
ευρώ [ɛˈvrɔ] SUBST ουδ αμετάβλ
- ευρώ
- Euro αρσ
- 350 ευρώ
- 350 Euro
- ζώνη θηλ ευρώ
- Euro-Zone θηλ
- νομικό καθεστώς ουδ του ευρώ
- Rechtsstatus αρσ des Euro
- κέρμα ουδ σε ευρώ
- Euro-Münze θηλ
- μονάδα θηλ ευρώ
- Euro-Einheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζώνη θηλ ευρώ
- Euro-Zone θηλ
- μονάδα θηλ ευρώ
- Euro-Einheit θηλ
- ζώνη ευρώ
- Euro-Zone θηλ
- 350 ευρώ
- 350 Euro
- αγορά θηλ τίτλων σε ευρώ
- Euro-Wertpapiermarkt αρσ