στο λεξικό PONS
I. σφί|γγω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈsfiŋgɔ] VERB μεταβ
1. σφίγγω (περιβάλλω και πιέζω):
- σφίγγω
- zusammendrücken
- σφίγγω τα χέρια μου
- seine Hände zusammendrücken
- σφίγγω κάποιον στην αγκαλιά μου
- jdn in die Arme schließen
2. σφίγγω (σκοινί):
- σφίγγω
- festziehen
- σφίγγω το ζωνάρι μου μτφ
- den Gürtel enger schnallen
3. σφίγγω (βίδες):
- σφίγγω
- anziehen
4. σφίγγω (μυς):
- σφίγγω
- anspannen
5. σφίγγω (για ρούχο):
- η φούστα με σφίγγει
- der Rock ist mir zu eng
6. σφίγγω (το χέρι άλλου):
- σφίγγω
- drücken
- σφίγγω το χέρι κάποιου
- jdm die Hand drücken
7. σφίγγω μτφ (ζορίζω κάποιον):
- σφίγγω
- drängen
II. σφί|γγω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈsfiŋgɔ] VERB αμετάβ
1. σφίγγω (γίνομαι στερεός: τσιμέντο κτλ):
- σφίγγω
- fest werden
2. σφίγγω (μαγκώνω):
- σφίγγω
- einklemmen
σφίγγω VERB
- σφίγγω τα δόντια μου μτφ
- die Zähne zusammenbeißen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σφίγγω το χέρι κάποιου
- jdm die Hand drücken
- σφίγγω τα χέρια μου
- seine Hände zusammendrücken
- σφίγγω το ζωνάρι μου μτφ
- den Gürtel enger schnallen
- σφίγγω/λύνω μια βίδα
- eine Schraube anziehen/lösen
- σφίγγω τα δόντια και μτφ
- die Zähne zusammenbeißen