στο λεξικό PONS
σύγχρον|ος <-η, -ο> [ˈsiŋxrɔnɔs] ΕΠΊΘ
1. σύγχρονος (ταυτόχρονος):
- σύγχρονος
- gleichzeitig
2. σύγχρονος (σημερινός):
- σύγχρονος
- heutig
3. σύγχρονος (μοντέρνος):
- σύγχρονος
- modern
4. σύγχρονος (της ίδιας εποχής):
- ο Γκαίτε ήταν σύγχρονος του Μπετόβεν
- Goethe war ein Zeitgenosse Beethovens
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο Γκαίτε ήταν σύγχρονος του Μπετόβεν
- Goethe war ein Zeitgenosse Beethovens