στο λεξικό PONS
ενσταλά|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ɛnstaˈlazɔ] VERB μεταβ
1. ενσταλάζω ΙΑΤΡ:
- ενσταλάζω
- einträufeln
2. ενσταλάζω μτφ (μίσος κτλ):
- ενσταλάζω
- einflößen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.