στο λεξικό PONS
I. βρίσκω <βρήκα, βρέθηκα> [ˈvriskɔ] VERB μεταβ
1. βρίσκω (κάτι χαμένο, κάτι που γυρεύω):
- βρίσκω
- finden
- θα με βρεις στη γραμματεία
- du kannst mich im Sekretariat finden
- βρήκα μια λύση
- ich habe eine Lösung gefunden
- το βρήκα! (έχω κάποια επινόηση)
- ich hab's!
- πού βρήκε όλ' αυτά τα χρήματα;
- wo hat er das ganze Geld her?
- δε βρίσκονται εύκολα τέτοιοι καθηγητές
- solche Lehrer sind nicht leicht zu finden
- βρίσκω την ησυχία μου
- seine Ruhe finden
- βρίσκω τρόπο να …
- eine Möglichkeit finden, zu …
- βρήκα τρόπο να το τελειώσω έγκαιρα
- ich habe eine Möglichkeit gefunden, es rechtzeitig fertig zu stellen
- τα βρίσκω με κάποιον
- mit jdm einig werden
2. βρίσκω (συναντώ κάτι ή κάποιον που χάθηκε):
- βρίσκω
- auffinden
- τον βρήκαν παγωμένο
- sie haben ihn erfroren aufgefunden
- το κλεμμένο αυτοκίνητο βρέθηκε σ' ένα παλιό συνεργείο
- das gestohlene Auto ist in einer alten Werkstatt aufgefunden worden
3. βρίσκω (ανταμώνω):
- βρίσκω
- treffen
- χθες στο πάρκο βρήκα το Μηχάλη
- gestern im Park hab ich Michael getroffen
4. βρίσκω (εξακριβώνω):
- βρίσκω
- herausfinden
- πρέπει να βρω τη διεύθυνσή του
- ich muss seine Adresse herausfinden
- δε σου το λέω, να το βρεις μόνος σου
- ich sag es dir nicht, das kannst du selbst herausfinden
5. βρίσκω (εξακριβώνω μαντεύοντας):
- βρίσκω
- erraten
- πώς το βρήκες τόσο γρήγορα;
- wie hast du es so schnell erraten?
- βρες ποιον αντάμωσα χθες
- rate mal, wen ich gestern getroffen hab
6. βρίσκω (για σφαίρα όπλου):
- βρίσκω
- treffen
- η σφαίρα τον βρήκε στον ώμο
- die Kugel hat ihn an der Schulter getroffen
7. βρίσκω (θεωρώ):
- βρίσκω
- finden
- πώς το βρίσκεις αυτό;
- wie findest du das?
- το βρίσκεις σωστό αυτό;
- findest du das richtig?
- βρίσκω ότι έχεις δίκιο
- ich finde, du hast Recht
- δεν το βρίσκω δύσκολο
- ich finde es nicht schwer
II. βρίσκομαι VERB αυτοπ ρήμα
- πού βρίσκεται ο σταθμός;
- wo befindet sich der Bahnhof?
- μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο;
- du hast nicht zufällig eine Zigarette übrig?
- βρίσκεται σε καλή κατάσταση
- es befindet sich in gutem Zustand
- τότε βρισκόμουν στη Μαδρίτη
- damals befand ich mich in Madrid
- βρίσκομαι με κάποιον
- sich mit jdm treffen
- πώς βρέθηκα εδώ;
- wie bin ich nur hierhin geraten?
- βρέθηκα σε δυσκολίες
- ich bin in Schwierigkeiten geraten
- καλά, αυτός από πού βρέθηκε εδώ πάλι;
- wo kommt der denn jetzt schon wieder her?
- βρέφηκε κανείς για την αγγελία;
- hat sich irgendjemand auf die Anzeige gemeldet?
- όπου βρεθεί κι όπου σταθεί οδοντογλυφίδα βγάζει!
- wo er auch gerade ist, holt er einen Zahnstocher heraus!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βρίσκω ασχολία
- eine Beschäftigung finden
- βρίσκω κατάλυμα
- eine Unterkunft finden
- βρίσκω κατανόηση
- auf Verständnis stoßen
- βρίσκω εργασία
- Arbeit finden
- βρίσκω το δίκιο μου
- sein Recht bekommen