στο λεξικό PONS
θέαμα [ˈθɛama] SUBST ουδ
1. θέαμα (καθετί που βλέπουμε):
- θέαμα
- Anblick αρσ
- ελεεινό/εντυπωσιακό θέαμα
- ein erbärmlicher/beeindruckender Anblick αρσ
2. θέαμα (θεατρική παράσταση):
- θέαμα
- Darbietung θηλ
- γίνομαι θέαμα (γελοιοποιούμαι)
- sich lächerlich machen
θέαμα SUBST
- ζωντανό θέαμα (παράσταση) ουδ
- Live-Aufführung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ελεεινό θέαμα
- ein erbärmlicher Anblick αρσ
- γίνομαι θέαμα (γελοιοποιούμαι)
- sich lächerlich machen
- ελεεινό/εντυπωσιακό θέαμα
- ein erbärmlicher/beeindruckender Anblick αρσ
- το θέαμα τού έφερε ρίγος στην πλάτη
- bei diesem Anblick lief ihm ein Schauder über den Rücken
- το θέαμα τού έφερε κρυάδες στην πλάτη
- bei dem Anblick lief ihm ein kalter Schauer den Rücken hinunter