στο λεξικό PONS
δέκατ|ος <-η, -ο> [ˈðɛkatɔs] ΕΠΊΘ
- δέκατος
- zehnte(r, s)
- φτάνω δέκατος/δέκατη
- als Zehnter/Zehnte ankommen
- βγήκε δέκατος (σε αγώνα)
- er wurde Zehnter
- δέκατος έβδομος
- siebzehnter
- δέκατη έβδομη
- siebzehnte
- δέκατος έκτος
- sechzehnter
- δέκατος ένατος
- neunzehnter
- δέκατος όγδοος
- achtzehnter
- δέκατος πέμπτος
- fünfzehnter
- δέκατος τέταρτος
- vierzehnter
- δέκατος τρίτος
- dreizehnter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βγήκε δέκατος (σε αγώνα)
- er wurde Zehnter
- διακοσιοστός δέκατος
- zweihundertzehnte(r, s)
- δέκατος έβδομος
- siebzehnter
- δέκατος έκτος
- sechzehnter
- δέκατος ένατος
- neunzehnter