στο λεξικό PONS
ερώτησ|η <-εις> [ɛˈrɔtisi] SUBST θηλ
- ερώτηση
- Frage θηλ
- κάνω μια ερώτηση (σε κάποιον)
- (jdm) eine Frage stellen
- τι ερωτήσεις είναι αυτές!
- was sind das denn für Fragen!
- μα είναι ερώτηση αυτή!
- was für eine Frage!
- κουτή ερώτηση ήταν αυτή
- das war eine dumme Frage
- ενδιάμεση ερώτηση
- Zwischenfrage θηλ
- ρητορική ερώτηση
- rhetorische Frage θηλ
- παραπειστική ερώτηση
- Fangfrage θηλ
- πλάγια ερώτηση ΓΛΩΣΣ
- indirekte Frage θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ρητορική ερώτηση
- rhetorische Frage θηλ
- παραπειστική ερώτηση
- Fangfrage θηλ
- ενδιάμεση ερώτηση
- Zwischenfrage θηλ
- πλάγια ερώτηση ΓΛΩΣΣ
- indirekte Frage θηλ
- ερώτηση-παγίδα
- Fangfrage θηλ