στο λεξικό PONS
I. δουλ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [ðuˈlɛvɔ] VERB αμετάβ
1. δουλεύω (εργάζομαι):
- δουλεύω
- arbeiten
- πού δουλεύεις;
- wo arbeitest du?
- δουλεύω λαθραία
- schwarzarbeiten
- άσε το μυαλό σου λίγο να δουλέψει
- lass deinen Kopf mal ein bisschen arbeiten
- ο χρόνος δουλεύει για μας
- die Zeit arbeitet für uns
2. δουλεύω (είμαι σε λειτουργία):
- δουλεύω
- laufen
- αυτή η μηχανή δε δουλεύει
- diese Maschine läuft nicht
- βάλε τη μηχανή να δουλέψει
- setz die Maschine in Gang
- το μαγαζί μας δουλεύει καλά
- unser Laden läuft gut
3. δουλεύω (συσκευή: λειτουργώ):
- δουλεύω
- funktionieren
- το τηλέφωνο δε δουλεύει
- das Telefon funktioniert nicht
II. δουλ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [ðuˈlɛvɔ] VERB μεταβ
1. δουλεύω (επεξεργάζομαι):
- δουλεύω
- bearbeiten
2. δουλεύω (κοροϊδεύω):
- δουλεύω
- auf den Arm nehmen
δουλευω
- δουλευω
- Sklave sein, gehorchen, dienen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δουλεύω λαθραία
- schwarzarbeiten
- δουλεύω σαν δαιμονισμένος/δαιμονισμένη
- wie ein Besessener/eine Besessene arbeiten
- δουλεύω με σύστημα
- mit System arbeiten/systematisch arbeiten
- προς το παρόν δουλεύω στην Αθήνα, αλλά του χρόνου θα πάω στο Παρίσι
- im Moment arbeite ich in Athen, aber nächstes Jahr gehe ich nach Paris