στο λεξικό PONS
χτύπημα [ˈxtipima] SUBST ουδ
1. χτύπημα (γενικά):
- χτύπημα και μτφ
- Schlag αρσ
- δίνω ένα χτύπημα σε κάποιον
- jdm einen Schlag versetzen
- χτύπημα κάτω από τη ζώνη και μτφ
- Schlag αρσ unter die Gürtellinie
2. χτύπημα (τραύμα):
- χτύπημα
- Hieb αρσ
3. χτύπημα (μελανιά):
- χτύπημα
- blauer Fleck αρσ
4. χτύπημα (σουτάρισμα):
- χτύπημα
- Schuss αρσ
- χτύπημα πέναλτι
- Strafstoß αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χτύπημα πέναλτι
- Strafstoß αρσ
- δίνω ένα χτύπημα σε κάποιον
- jdm einen Schlag versetzen
- χτύπημα κάτω από τη ζώνη και μτφ
- Schlag αρσ unter die Gürtellinie
- καταφέρνω ένα χτύπημα/ένα τραύμα σε κάποιον
- jdm einen Schlag/eine Verletzung zufügen